Σιδηροπενική Αναιμία: Κλινική εικόνα – Διάγνωση – Θεραπεία

Δρ Κωνσταντίνος Καουράνης, Αιματολόγος

Του Δρ. Κωνσταντίνου Καουράνη, Αιματολόγου, Ειδικού Ιατρού ΓεΣΥ

Ο σίδηρος ως ιχνοστοιχείο, είναι απαραίτητος για πολλές μεταβολικές διεργασίες.

Εμφανίζει δύο ιδιότητες ιδιαίτερης σημασίας στη βιολογία του ανθρώπου: την ικανότητα να υπάρχει σε περισσότερες από μία σχετικά σταθερές καταστάσεις οξείδωσής του και την ικανότητα σχηματισμού πολλών συμπλεγμάτων. Συμμετέχει σε κρίσιμες ενζυμικές αντιδράσεις για τον ανθρώπινο οργανισμό που αφορούν την κυτταρική αναπνοή και την κυτταρική παραγωγή ενέργειας. Επιπλέον, βοηθά στην μεταφορά του οξυγόνου στους ιστούς, μέσω της αιμοσφαιρίνης που βρίσκεται στα ερυθρά αιμοσφαίρια του αίματος.

Η ποσότητα του σιδήρου στο ανθρώπινο σώμα ενός ενηλίκου είναι συνήθως περίπου 50 mg / kg στους άνδρες και 40 mg / kg στις γυναίκες.

Το μεγαλύτερο ποσοστό του εντοπίζεται στην κυκλοφορούσα αιμοσφαιρίνη (60-75%), με 450 mL (1 μονάδα μετάγγισης συμπυκνωμένων ερυθρών) ολικού αίματος να περιέχουν περίπου 200 mg σιδήρου. Από τον υπόλοιπο σίδηρο, ένα 13%  εμπεριέχεται στις πρωτεΐνες αποθήκευσης φερριτίνη και αιμοσιδηρίνη-που είναι οι πρωτεΐνες αποθήκευσης του σιδήρου, ενώ ο υπόλοιπος βρίσκεται στην μυοσφαιρίνη, την τρανσφερίνη και άλλα κυτταρικά ένζυμα.

Γενικότερα, η αναιμία λόγω ανεπάρκειας του σιδήρου (σιδηροπενική αναιμία) είναι η πιο κοινή μορφή αναιμίας που πλήττει περισσότερα από 2 δισεκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως.

Επηρεάζει κυρίως βρέφη, παιδιά, εφήβους και γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία.  Οι ημερήσιες ανάγκες σε προσλαμβανόμενο σίδηρο είναι 1mg/ημέρα  και στις γυναίκες σε έμμηνο ρύση 2 mg/ημέρα. Οι ημερήσιες ανάγκες αυξάνονται σε περιπτώσεις απώλειας αίματος, ενδοαγγειακής αιμόλυσης, σε περίοδο αυξημένης κατανάλωσης όπως παιδική και εφηβική ηλικία, σε εγκυμοσύνη, σε μητρικό θηλασμό, σε συχνή αιμοδοσία, σε μειωμένη πρόσληψη σιδήρου μέσω της διατροφής, σε δυσαπορρόφηση μέσω του λεπτού εντέρου λόγω χειρουργείων ή νοσημάτων του εντέρου κ.ά. Οι γυναίκες που είναι έγκυες ή θηλάζουν και τα μικρά παιδιά είναι οι πλέον πληγείσες ομάδες ατόμων με έλλειψη σιδήρου, ιδιαίτερα στον αναπτυσσόμενο κόσμο, αλλά η σιδηροπενική αναιμία εμφανίζεται συχνά και στις ανεπτυγμένες χώρες.

Ο σίδηρος που εμπεριέχεται στη διατροφή δεν υπερβαίνει τα 3-4 mg ημερησίως.

Αυτό το ποσοστό προσλαμβανόμενου σιδήρου από τη διατροφή είναι πολύ μικρότερο σε χορτοφάγους, και βασισμένες σε δημητριακά δίαιτες, δεδομένου ότι ο σίδηρος απορροφάται καλύτερα από πηγές ζωικής προέλευσης απ’ ό,τι από κατανάλωση λαχανικών. Ωστόσο, μεγάλο μέρος του διαιτητικού σιδήρου είναι ο μη σιδηρούχος σίδηρος που παράγεται από δημητριακά (συνήθως εμπλουτισμένος με πρόσθετο σίδηρο στο Ηνωμένο Βασίλειο), με μια μικρότερη συνιστώσα του σιδήρου της αίμης να προέρχεται από κρέας και ψάρια.

ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ

Η κλινική εικόνα λόγω σιδηροπενικής αναιμίας περιλαμβάνει συμπτώματα αναιμίας όπως ωχρότητα, εύκολη κόπωση, δύσπνοια στην κόπωση, αίσθημα παλμών, γαστρίτιδα, κεφαλαλγία, εμβοές καθώς και στηθαγχικά ενοχλήματα σε ηλικιωμένους. Επιπλέον, η σιδηροπενική αναιμία μπορεί να προκαλέσει ατροφία θηλών της γλώσσας, χειλίτιδα, ευθραυστότητα νυχιών και επιπεδονυχία/κοιλονυχία (spoon nails), επώδυνη δυσκαταποσία κτλπ.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Η διάγνωση της σιδηροπενικής αναιμίας γίνεται με έλεγχο γενικής αίματος (δείκτες: Hct, Hb, MCV, RDW), με έλεγχο επιπέδων φερριτίνης, σίδηρου στον ορό, έλεγχο της σιδηροδεσμευτικής ικανότητας του ορού (ΤIBC), των επιπέδων διαλυτών υποδοχέων τρανσφερρίνης (s TFR ) και η επισκόπηση περιφερικού επιχρίσματος.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Η αντιμετώπιση της σιδηροπενικής αναιμίας στηρίζεται στην εύρεση της κυρίας αιτίας που προκαλεί την συνεχιζόμενη απώλεια σιδήρου και ακολούθως στη χορήγηση θεραπείας υποκατάστασης ώστε να αντιμετωπιστούν οι ημερήσιες ανάγκες του οργανισμού για σίδηρο και να γεμίσουν οι αποθήκες σιδήρου του οργανισμού.

Η αντιμετώπιση της σιδηροπενικής αναιμίας αρχικά βασίζεται στην αύξηση του προσλαμβανόμενου σιδήρου με την διατροφή μέσω της αλλαγής διατροφικών συνηθειών π.χ ζωικής προέλευσης (σίδηρος της αίμης): συκώτι από βόδι ή κοτόπουλο, στρείδια και θαλασσινά, βοδινό κρέας, σολομός, τόνος και χοιρινό, καθώς και φυτικής προέλευσης (μη αιμικός σίδηρος): εμπλουτισμένα δημητριακά, μαγειρεμένα φασόλια, ψητή πατάτα, μπρόκολο, ξηροί καρποί (φιστίκια, καρύδια), σταφίδες και σπανάκι.

Ωστόσο, η χορήγηση σκευασμάτων σιδήρου από το στόμα είναι η κύρια θεραπεία, με τη χορήγηση αλάτων σιδήρου όπως: θειικός σίδηρος, γλυκονικός σίδηρος και πρωτεϊνοηλεκτρικός σίδηρος. Τα σκευάσματα σιδήρου κυκλοφορούν σε διάφορες μορφές (χάπια, πόσιμα φιαλίδια, σιρόπι, σταγόνες). Αυτά πρέπει να λαμβάνονται καθημερινά 15-30 λεπτά πριν το πρωινό, με άδειο στομάχι για καλύτερη απορρόφηση. Επίσης ο σίδηρος από το στόμα απορροφάται καλύτερα όταν συνοδεύεται από συνπρόσληψη βιταμίνης C (π.χ. χυμός πορτοκάλι ή γκρέιπφρουτ). Μάλιστα στην περίπτωση της σιδηροπενικής αναιμίας η διάρκεια της αγωγής μπορεί να ξεπεράσει τους 3-6 μήνες, αν οι αποθήκες σιδήρου είναι άδειες.

Στην περίπτωση που δεν αναπληρώνονται επαρκώς οι αποθήκες σιδήρου μέσω χορήγησης σκευασμάτων σιδήρου από το στόμα (π.χ δυσαπορρόφηση λόγω χειρουργείου ή παθήσεων του εντέρου) τότε ενδείκνυται η χορήγηση ενδοφλέβιου σιδήρου όποτε αυτό κρίνεται απαραίτητο από τον θεράποντα ιατρό.

Τύποι ενδοφλέβιου σιδήρου

Γλυκονικός σίδηρος (Venofer) είναι προτιμότερο να μην χορηγείται σε μια μεγάλη δόση αλλά μπορεί να χορηγηθεί σε μια σειρά μικρών δόσεων που διαρκούν περίπου 1/2  ώρα και επαναλαμβάνονται κατά την διάρκεια ημερών ή εβδομάδων.

Σίδηρος  καρβοξυμαλτόζη  (Ferinject) χορηγείται ως μια δόση σε διάρκεια  περίπου  15  λεπτών.  Μπορεί να χρειαστεί να επαναληφθεί η χορήγηση ανάλογα με τις ανάγκες του ασθενούς.

Παρενέργειες ενδοφλέβιου σιδήρου

Με τα νέας γενιάς σκευάσματα ενδοφλέβιου σιδήρου, οι ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν ελαχιστοποιηθεί και κυρίως εμφανίζονται κατά την χορήγηση ή μισή ώρα μετά. Ο πιο σημαντικός κίνδυνος του ενδοφλέβιου σιδήρου είναι  η μικρή  πιθανότητα αλλεργικής αντίδρασης,  η οποία μπορεί,  σε σπάνιες περιπτώσεις,  να είναι απειλητική.

Άλλες πιθανές σπάνιες παρενέργειες είναι: προσωρινές αλλαγές στη γεύση  (πχ μεταλλική γεύση), πονοκέφαλος, αδιαθεσία ή τάση εμετού, πόνος στους μύες και τις αρθρώσεις, δύσπνοια, κνησμός, εξάνθημα, αλλαγές στην αρτηριακή πίεση, ταχυκαρδία.

Print Friendly, PDF & Email

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

UA-120070842-1